Αυτοχειρία.

Οι πολύ όμορφες εικόνες σωριάζονταν εδώ και καιρό μέσα της ως υποκείμενα ακατέργαστου χρώματος και αδιάφορης οσμής σε ένα συνονθύλευμα από υπερμεγέθη αντικείμενα κατακερματισμένα με άγνωστη την προέλευση τους. Η φυλακή την αναγνώριζε. Φυλακή το πρωί στη δουλειά φυλακή από το μεσημέρι και ύστερα στο σπίτι. Φυλακή στον καθρέπτη  μπροστά το σώμα της. Θυμόταν με δυσκολία ή σχεδόν καθόλου. Τις προάλλες προσπάθησε να θυμηθεί τα παιδικά χρόνια της κόρης της και τον εαυτό της μέσα σε κείνα τα χρόνια. Αδύνατον. Τι είδους χαπάκια δίνουν για τις αναμνήσεις? Αναρωτιόταν. Έχω και εγώ αυτό το πολύ μοντέρνο και συνηθισμένο νόσημα που λέγεται Αλτσχάιμερ? Τι είναι αυτό το σύννεφο που περπατάει μέσα στο μυαλό μου? Το παράδοξο είναι πως δεν την ενδιέφερε ιδιαίτερα το ότι δεν είχε αναμνήσεις. Δεν την ενδιέφερε κυρίως το ότι δεν μπορούσε να αισθανθεί σχεδόν τίποτα. Ούτε τη χαρά ούτε τη λύπη. Το επίπεδο του συναισθήματός της,  θύμιζε ακύμαντη γραμμή. Παρακολουθούσε τον εαυτό της να ξεδιπλώνει τη μέρα της έντονα, να τελειώνουν οι εκκρεμότητες σήμερα κι όσες δεν τελειώσουν είναι εκκρεμότητες του αύριο, το σήμερα και το αύριο εκκρεμότητες και ανάμεσά τους η ανακούφιση του τίποτα που ήταν καλοδεχούμενη μπροστά στην προοπτική οποιουδήποτε πράγματος θα άλλαζε αυτήν την ακύμαντη γραμμή. Η ανοχή και αντοχή της απέναντι στο όμορφο και άσχημο της ζωής ήταν κάτω από τα όρια του μηδέν. Δεν είχε νόημα τίποτα, ψιθύριζε και αυτό ίσως δεν ήταν Αλτσχάιμερ, ίσως ήταν βαθύτατη κατάθλιψη εγκατεστημένη μονίμως μέσα στα καναλάκια των νευρικών κυττάρων της.

Κοίταξε από ψηλά τον κόσμο που περπατούσε στους δρόμους. Όπως και εκείνη. Να τελειώνουν οι εκκρεμότητες της ημέρας. Πήρε μια βαθειά ανάσα, έψαξε μέσα της για κάποιο συναίσθημα, συνάντησε το κενό και διασταυρώθηκε μαζί του. Ύστερα πήδηξε. Μέσα σε αυτό το κενό.

Σχόλια