Η γλυκειά μας πατρίδα...


Κάποτε είχα ακούσει ένα ας πούμε ανέκδοτο, νομίζω ότι ήταν και μια μίνη παράσταση από έναν πολύ καλό ηθοποιό που με είχε εντυπωσιάσει. Ρωτάει λοιπόν ένας μαύρος το Θεό: Θεέ μου γιατί έχω μαύρο δέρμα; Για να αντέχεις τον ήλιο της Σαβάνας, απαντάει ο Θεός. Και γιατί έχω μαύρα πυκνά μαλλιά; Για τον ίδιο λόγο. Και γιατί έχω μακρια πόδια; Για να μπορείς να τρέχεις μη σε φάει το λιοντάρι. Και γιατί και γιατί ο Θεός περιγράφει έναν τυπικό άνθρωπο που ζει στην Αφρική με τις ανάγκες που έχει εκεί. Κάποια στιγμή μπουχτισμένος ο μαύρος του λέει: Καλά όλα αυτά αλλά τότε γιατί εγώ βρίσκομαι στο κέντρο μιας πλατείας της Νέας Υόρκης; 
Πέρνοντας αφορμή από αυτό το ανέκδοτο που δεν είναι ρατσιστικό, το αντίθετο πιστεύω, αναρωτιέμαι αυτές τις μέρες τι είναι η γλυκειά μας πατρίδα. Μην είναι οι κάμποι και τα ψηλά βουνά όπως έλεγε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου; Μην είναι ο λαμπρός ήλιος και ο περίφημος Αττικός ουρανός; Μην είναι οι γελαστοί και χαρούμενοι άνθρωποι που κάθονται όλο χαρά και φιλοσοφούν κάτω από αυτόν τον ήλιο, που πειράζονται, γελούν και παίζουν ευχαριστημένοι που ζουν σε μια τόσο φωτεινή χώρα με το καλίτερο κλίμα στον κόσμο; Και τότε Θεέ μου, γιατί αυτός ο ουρανός είναι μέσα στην κάπνα και την αιθαλομίχλη; Γιατί ο κόσμος δε γελά και δεν χαίρεται; Γιατί υπάρχει παντού καχυποψία, δυσπυστία, φόβος κι εκδικητικότητα; Τι είναι η γλυκειά μας πατρίδα; Η δική μου, η δική σου, του Λιάπη, του Κάντα, του Βενιζέλου, του Πάγκαλου, της λαμογιάς και της μίζας; Αυτά υπήρχαν πάντα θα πει ο Θεός. Ναι, αλλά η δυστυχία αυτή, δεν υπήρχε. Δεν υπήρχε αυτό το αίσθημα της ενοχής και του φόβου. Τι είναι λοιπόν η γλυκειά μας πατρίδα. Είναι η πατρίδα των παιδιών, αυτών των πανέμορφων μορφωμένων και πανέξυπνων παιδιών που ψήλωσαν και λέπτυναν τις δεκαετίες που πέρασαν, που την εγκαταλείπουν και ξενητεύονται. Μην είναι η πατρίδα των παιδιών που μένουν κι αντιστέκοντναι. Μην είναι η πατρίδα αυτών που κοιμούνται στους δρόμους, αυτών που πλαισιώνουν τα κοινωνικά συσύτια για ένα πιάτο φαί, εκείνου του ανθρώπου που το πρωί είδα στα σκουπίδια να σπάει κάτι πεταμένες πόρτες για να τις κάνει καυσόξυλα; Αν εγώ είμαι Ελληνίδα, γεννημένη για να ζήσω σε μια όμορφη πατρίδα, κάτω από έναν λαμπρό ουρανό, γιατί πνίγομαι τώρα στη μέση μιας πλατείας της Θεσσαλονίκης από την αιθαλομίχλη και τη ρύπανση; Ποιά είναι Θεέ μου η γλυκειά μου πατρίδα, ποιός μου την πήρε και τι μου άφησε πίσω; Που ακριβώς καλούμε τώρα να ζήσω; 
Όλα αυτά τα σκέφτομαι χωρίς να μπαίνω σε συζητήσεις που τις κάναμε και τις ξανακάναμε, αν έπρεπε να διορθωθούν πράγματα αν είχαμε ξεφύγει, αν και αν. Απλά σκέφτομαι την πατρίδα μου, τη γλυκειά μας πατρίδα και το που οδεύουμε. Κάναμε την αυτοκριτική μας, τιμωρηθήκαμε και τώρα κάποιος πρέπει να μας πει, τι είναι η γλυκειά μας πατρίδα και γιατί μας πήρανε τον ουρανό της...

Σχόλια